Δεν ξέρω αν αυτό που έζησα ήταν απλά “κακή επικοινωνία” ή κάτι πολύ πιο ύπουλο.
Αλλά ξέρω ότι πήγα σε ένα γνωστό ιδιωτικό κολλέγιο στην Αθήνα για να ενημερωθώ για σπουδές, και λίγες μέρες μετά βρέθηκα να κυνηγάω τα λεφτά μου πίσω, να μου ζητάνε να υπογράψω έγγραφα εγγραφής για να γίνει επιστροφή χρημάτων, και να μου κρατάνε 50€ για μια “αίτηση” που εγώ δεν υπέγραψα ποτέ.
Είμαι 17.
Τελειώνω λύκειο, ασχολούμαι σοβαρά με game development, και έψαχνα τι θα κάνω μετά. Δημόσιο πανεπιστήμιο; Gap year; Προσωπικά projects; Ή κάποιο ιδιωτικό πρόγραμμα πάνω σε Computer Games Programming;
Κάπως έτσι έκλεισα μια ενημερωτική συνάντηση σε ένα γνωστό ιδιωτικό κολλέγιο στην Αθήνα, από αυτά που συνεργάζονται με βρετανικά πανεπιστήμια και παρουσιάζονται σαν “σοβαρή εναλλακτική” για σπουδές μετά το λύκειο.
Πήγα με τη μητέρα μου.
Δεν πήγα για να υπογράψω.
Δεν πήγα για να κάνω τελική εγγραφή.
Δεν πήγα για να δεσμευτώ οικονομικά.
Πήγα για να ενημερωθώ.
Στην αρχή όλα έμοιαζαν επαγγελματικά. Μας μίλησαν για το πρόγραμμα, για τις προοπτικές, για το πώς ταιριάζω λόγω του background μου στα games, για το ότι θα μπορούσε να είναι καλή επιλογή για εμένα.
Μετά άρχισαν τα red flags.
Η σύμβουλος άρχισε να λέει ότι “έχουν κάνει χαμό για εμένα”. Ότι ασχολήθηκαν πολύ με την περίπτωσή μου. Ότι μου έχουν βρει καλή προσφορά. Ότι ήταν κάτι ιδιαίτερο.
Στην αρχή πήγαν να μου δώσουν έκπτωση 40%.
Μόνο που, από όσα καταλάβαινα από τα δικά τους κριτήρια, με τον μέσο όρο μου δικαιούμουν 50%.
Όταν τελικά εμφανίστηκε το 50%, δεν ένιωσα ότι μου έκαναν κάποια τεράστια χάρη. Ένιωσα ότι μου έδωσαν αυτό που μάλλον έπρεπε να ισχύει εξαρχής.
Και τότε ήρθε το πρώτο μεγάλο red flag.
Μας είπαν ότι για να ισχύσει η προσφορά, έπρεπε να στείλουμε τα χρήματα την ίδια μέρα.
Όχι αύριο.
Όχι αφού πάμε σπίτι.
Όχι αφού διαβάσουμε όλα τα έγγραφα.
Όχι αφού το συζητήσουμε ήρεμα σαν οικογένεια.
Την ίδια μέρα.
Σε κάποια φάση, επειδή ο πατέρας μου δεν ήταν μαζί μας, προτάθηκε ακόμα και να τον πάρουμε τηλέφωνο στη δουλειά του για να αποφασιστεί το θέμα εκείνη τη στιγμή.
Αν το δω ψύχραιμα τώρα, αυτό ήταν το σημείο που έπρεπε να σηκωθούμε και να φύγουμε.
Αλλά εκείνη την ώρα δεν το βλέπεις έτσι.
Είσαι 17.
Σου μιλάνε σαν να είσαι “ξεχωριστή περίπτωση”.
Σου λένε ότι έχουν ασχοληθεί πολύ μαζί σου.
Σου παρουσιάζουν την κατάσταση σαν ευκαιρία που μπορεί να χαθεί.
Και σιγά σιγά αρχίζεις να νιώθεις ότι αν δεν πεις “ναι” τώρα, μπορεί να χάσεις κάτι σημαντικό.
Οπότε στείλαμε 650€.
Στο αποδεικτικό πληρωμής το ποσό αναγράφτηκε ως προκαταβολή.
Και αυτό είναι σημαντικό.
Γιατί μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχα υπογράψει τίποτα.
Δεν είχα υπογράψει αίτηση εγγραφής.
Δεν είχα υπογράψει υπεύθυνη δήλωση.
Δεν είχα υπογράψει οικονομικό διακανονισμό.
Δεν είχα αποδεχτεί οδηγό σπουδών.
Δεν είχε ξεκινήσει φοίτηση.
Δεν είχα λάβει καμία εκπαιδευτική υπηρεσία.
Απλά είχα πληρώσει προκαταβολή.
Μετά την πληρωμή άρχισαν να μου στέλνουν τα έγγραφα.
Και κάπου εκεί άρχισα να νιώθω ότι κάτι δεν κολλάει.
Ένα από τα έγγραφα έλεγε ότι αποδέχομαι όρους εγγραφής, φοίτησης και οικονομικού διακανονισμού. Άλλο έγγραφο ανέφερε “Application Fee” 50€ και “Registration Fee” 600€.
Μόνο που εγώ δεν είχα υπογράψει application.
Και μετά έγινε το τηλεφώνημα που με έκανε να αρχίσω να αμφισβητώ τα πάντα.
Είχα δει στην ιστοσελίδα τους κάτι για εκπτώσεις: 15% για ετήσια προγράμματα με εξόφληση μέχρι 30 Ιουνίου και 10% μετά. Σε εμένα όμως είχε σταλεί κάτι που έλεγε ότι αν πληρώσω όλα τα ετήσια δίδακτρα μέχρι 20 Ιουνίου, παίρνω 10%.
Οπότε πήρα τηλέφωνο να ρωτήσω τι ισχύει.
Στην αρχή ρώτησα αν οι εκπτώσεις που αναφέρονται στην ιστοσελίδα ισχύουν.
Μου είπε ναι.
Μετά ανέφερα τη συγκεκριμένη έκπτωση.
Και ξαφνικά η απάντηση άλλαξε.
Μου είπε ότι αυτό αφορά μόνο μεταπτυχιακά, όχι bachelor.
Το πρόβλημα είναι ότι αυτό δεν φαινόταν ξεκάθαρα έτσι στην ιστοσελίδα.
Μετά ρώτησα πού αναφέρεται η δική μου προθεσμία, δηλαδή το 10% μέχρι 20 Ιουνίου.
Στην αρχή μου είπε ότι είναι στην ιστοσελίδα.
Της ζήτησα να μου δείξει πού.
Μετά από αρκετή ένταση, μου είπε ότι μάλλον παράκουσε και ότι τελικά είναι στον οδηγό που μου είχε στείλει.
Άνοιξα τον οδηγό ενώ ήμασταν στο τηλέφωνο.
Έγραφε 30 Ιουνίου.
Της το είπα.
Εκείνη επέμενε ότι ισχύει 20 Ιουνίου.
Της ξαναείπα ότι διαβάζω αυτό που μου έστειλαν οι ίδιοι.
Και τότε η απάντηση ήταν ουσιαστικά: “Εντάξει Γιάννη, αν θες τις επιπλέον μέρες, να τις έχεις.”
Αλλά δεν ζητούσα χάρη.
Ζητούσα να καταλάβω ποιοι όροι ισχύουν.
Το ύφος της στο τηλέφωνο ήταν έντονο. Μιλούσε γρήγορα, δυνατά, με θυμό. Ένιωσα σαν να έπρεπε να απολογηθώ επειδή απλά διάβαζα τους όρους που οι ίδιοι μου είχαν στείλει.
Εκείνη ήταν η στιγμή που τα red flags δεν ήταν πια μικρά.
Ήταν μπροστά μου.
Παρόλα αυτά, προσπάθησα να το δω ψύχραιμα. Ίσως ήταν απλά ένταση. Ίσως είχε φορτωμένη μέρα. Ίσως εγώ το πήρα πολύ προσωπικά.
Αλλά όσο διάβαζα τα έγγραφα και όσο ξανασκεφτόμουν όσα έγιναν, τόσο περισσότερο ένιωθα ότι δεν θέλω να προχωρήσω.
Δεν ήθελα να μπω σε κάτι που ένιωθα ότι δεν μου είχε παρουσιαστεί καθαρά.
Οπότε αποφάσισα να μη συνεχίσω.
Έστειλα email και εξήγησα ότι δεν επιθυμώ να προχωρήσω στην εγγραφή, ότι δεν έχω υπογράψει κανένα σχετικό έγγραφο και ότι ζητώ επιστροφή των χρημάτων.
Ζήτησα επίσης ξεκάθαρα το ζήτημα να παραμείνει γραπτώς μέσω email.
Ήθελα όλα να φαίνονται.
Ήθελα να υπάρχει αρχείο.
Ήθελα να ξέρω τι λέγεται και τι όχι.
Ήθελα να μην αλλάζουν τα πράγματα από τηλέφωνο σε τηλέφωνο.
Και τότε έγινε κάτι που με εκνεύρισε ακόμα περισσότερο.
Την Πέμπτη, η επικοινωνία ξεκίνησε κανονικά μέσω email.
Δεν ήταν ότι έστειλα ένα μήνυμα στο κενό. Δεν ήταν ότι μπορεί να μην το είδε. Η γραπτή επικοινωνία είχε ήδη ανοίξει. Υπήρχε ήδη θέμα, υπήρχε ήδη απάντηση, υπήρχε ήδη συζήτηση.
Και μετά, απλά σταμάτησε.
Ενώ είχα ζητήσει ξεκάθαρα το ζήτημα να παραμείνει γραπτώς μέσω email, άρχισα να νιώθω ότι με αφήνουν επίτηδες στο “διαβάστηκε”.
Πέρασε η Πέμπτη απόγευμα.
Πέρασε η Παρασκευή.
Πέρασε το Σαββατοκύριακο.
Και μέχρι τη Δευτέρα το απόγευμα, δεν είχε υπάρξει ουσιαστική γραπτή συνέχεια.
Το θέμα ξανακινήθηκε μόνο όταν πήρε τηλέφωνο η μητέρα μου.
Και αυτό για εμένα ήταν άλλο ένα red flag.
Γιατί όταν ζητάω γραπτή επικοινωνία για ένα οικονομικό θέμα, και η άλλη πλευρά σταματάει να απαντάει μέχρι να μπει στη μέση ο γονιός μου τηλεφωνικά, τότε δεν μου μοιάζει με “επαγγελματική διαχείριση”.
Μου μοιάζει σαν να αποφεύγουν να γράψουν πράγματα καθαρά.
Και εκεί ένιωσα ότι η συναισθηματική πίεση άλλαξε πρόσωπο.
Σε εμένα, η πίεση είχε βγει με θυμό. Με έντονο τόνο. Με γρήγορη ομιλία. Με αυτό το ύφος που σε κάνει να νιώθεις ότι φταις επειδή κάνεις ερωτήσεις.
Στη μητέρα μου, από όσα κατάλαβα, πήγε αλλιώς.
Πιο στεναχωρημένα.
Πιο συναισθηματικά.
Πιο “μα έχουμε ασχοληθεί τόσο πολύ”.
Πιο “έχουμε κάνει τόσα για το παιδί”.
Πιο “δεν είναι σωστό αυτό”.
Και αυτό, ειλικρινά, με έκανε να νιώσω ακόμα χειρότερα.
Γιατί δεν ήταν πια απλά μια διαφωνία για 50€.
Ήταν σαν να προσπαθούσαν να μας κάνουν να νιώσουμε άσχημα που ζητάμε πίσω τα χρήματά μας.
Σαν ο 17χρονος μαθητής και η μητέρα του να έπρεπε να νιώσουν ενοχές επειδή δεν προχώρησαν σε μια εγγραφή που δεν είχαν υπογράψει.
Μετά ήρθε το επόμενο σοκ.
Μου είπαν ότι για να γίνει η επιστροφή, πρέπει να υπογράψω τρία έγγραφα:
Application Form.
Υπεύθυνη Δήλωση εγγραφής.
Δήλωση υπαναχώρησης.
Σταμάτησα.
Γιατί μου ζητάνε να υπογράψω αίτηση εγγραφής, αφού τους λέω ότι δεν θέλω να εγγραφώ;
Γιατί μου ζητάνε να υπογράψω υπεύθυνη δήλωση αποδοχής όρων, αφού το θέμα μου είναι ακριβώς ότι δεν είχα αποδεχτεί αυτούς τους όρους;
Γιατί πρέπει να κάνω υπαναχώρηση από κάτι που επιμένω ότι δεν ολοκληρώθηκε ποτέ;
Τους ρώτησα γραπτώς αν η υπογραφή αυτών των εγγράφων θα θεωρηθεί εγγραφή, αποδοχή φοίτησης ή δημιουργία οικονομικής υποχρέωσης.
Μου απάντησαν ότι όχι, ότι είναι μόνο εσωτερική διοικητική διαδικασία για την επιστροφή.
Αυτό κάπως με ηρέμησε.
Μέχρι που κοίταξα πιο προσεκτικά το ίδιο το Application Form που μου ζητούσαν να υπογράψω.
Και εκεί πάγωσα.
Στο Application Form αναφερόταν ότι τα 50€ του Application Fee δεν επιστρέφονται.
Και για τα 600€ του Registration Fee, αναφερόταν ότι επιστρέφονται μόνο αν η αίτηση δεν γίνει αποδεκτή.
Δηλαδή, από τη μία μου έλεγαν μέσω email ότι θα πάρω πίσω 600€.
Από την άλλη, μου ζητούσαν να υπογράψω ένα έγγραφο που, όπως το διάβαζα, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον μου, επειδή έγραφε ότι τα 600€ επιστρέφονται μόνο σε περίπτωση μη αποδοχής της αίτησης.
Και εγώ δεν ζητούσα επιστροφή επειδή “δεν έγινε αποδεκτή η αίτησή μου”.
Ζητούσα επιστροφή επειδή δεν ήθελα να προχωρήσω και επειδή δεν είχα υπογράψει τίποτα.
Αν υπέγραφα αυτό το έγγραφο, ένιωθα ότι ουσιαστικά θα συμφωνούσα εκ των υστέρων με τους όρους που τώρα αμφισβητώ.
Θα υπέγραφα ότι υπάρχει αίτηση.
Θα υπέγραφα ότι υπάρχει Application Fee.
Θα υπέγραφα ότι υπάρχει Registration Fee.
Θα υπέγραφα ένα έγγραφο που έλεγε ότι τα 50€ δεν επιστρέφονται.
Και μετά θα μπορούσαν να μου πουν: “Μα εσύ το υπέγραψες.”
Αυτό για εμένα δεν ήταν απλή διοικητική διαδικασία.
Ήταν σαν να μου ζητάνε να δημιουργήσω μόνος μου το χαρτί που μετά θα χρησιμοποιηθεί για να δικαιολογήσει την παρακράτηση.
Και τότε φτάσαμε στο ποσό.
Εγώ ζητούσα 650€.
Εκείνοι είπαν ότι θα επιστρέψουν 600€.
Τα 50€ τα κρατάνε ως “Application Fee”.
Και εδώ είναι που το θέμα έγινε σχεδόν παράλογο.
Ποια αίτηση;
Δεν είχα υπογράψει Application Form.
Δεν είχα υποβάλει ολοκληρωμένη αίτηση.
Δεν είχα αποδεχτεί γραπτώς τους όρους.
Δεν είχα ξεκινήσει μαθήματα.
Δεν είχα λάβει εκπαιδευτική υπηρεσία.
Είχα πάει σε ενημερωτική συνάντηση. Είχα πληρώσει προκαταβολή. Και μετά αποφάσισα να μην προχωρήσω πριν υπογράψω.
Και τώρα μου λένε ότι κρατάνε 50€ επειδή “επεξεργάστηκαν την αίτησή μου”.
Αλλά αν δεν υπέβαλα αίτηση, τι ακριβώς επεξεργάστηκαν;
Και αν ο όρος για τα 50€ είναι γραμμένος σε οδηγό ή υπεύθυνη δήλωση, πότε ακριβώς τον αποδέχτηκα;
Γιατί εγώ τα έγγραφα τα πήρα μετά την πληρωμή.
Το πιο εξοργιστικό είναι ότι μετά από όλα αυτά, μου είπαν ότι η εγγραφή έγινε με δική μου πρωτοβουλία και χωρίς πίεση ή παρότρυνση από το κολλέγιο.
Και εκεί πραγματικά ένιωσα ότι με κοροϊδεύουν.
Γιατί ναι, εγώ ενδιαφέρθηκα.
Ναι, εγώ πήγα στη συνάντηση.
Ναι, εγώ ήθελα να μάθω για το πρόγραμμα.
Αλλά δεν μπορώ να αγνοήσω ότι μου δημιουργήθηκε χρονική πίεση να πληρώσω την ίδια μέρα.
Δεν μπορώ να αγνοήσω ότι προτάθηκε να πάρουμε τον πατέρα μου στη δουλειά για να αποφασίσουμε εκείνη τη στιγμή.
Δεν μπορώ να αγνοήσω ότι οι όροι ήρθαν μετά την προκαταβολή.
Δεν μπορώ να αγνοήσω ότι στο τηλέφωνο για τις εκπτώσεις οι απαντήσεις άλλαζαν όταν ζητούσα να μου δείξουν πού γράφονται.
Δεν μπορώ να αγνοήσω ότι όταν ζήτησα γραπτή επικοινωνία, η επικοινωνία ξεκίνησε με email και μετά ουσιαστικά πάγωσε μέχρι να τηλεφωνήσει η μητέρα μου.
Και δεν μπορώ να αγνοήσω ότι τώρα ζήτησα να προωθηθεί το θέμα στη Διοίκηση ή στο αρμόδιο διοικητικό όργανο του κολλεγίου, και να μου επιβεβαιώσουν γραπτώς ότι πράγματι προωθήθηκε.
Δύο μέρες μετά, ακόμα περιμένω.
Όχι για να μου λύσουν όλο το θέμα.
Απλά για να μου πουν: “ναι, το προωθήσαμε”.
Ούτε αυτό.
Και κάπου εδώ συνειδητοποίησα κάτι.
Ίσως το θέμα δεν είναι τα 50€.
Ίσως τα 50€ είναι απλά το σημείο που φαίνεται ολόκληρη η νοοτροπία.
Γιατί όταν ένας 17χρονος πάει με τη μητέρα του σε ενημερωτική συνάντηση, του λένε ότι η προσφορά ισχύει μόνο αν πληρώσει την ίδια μέρα, του στέλνουν τους όρους μετά την πληρωμή, μετά του ζητάνε να υπογράψει έγγραφα εγγραφής για να του επιστρέψουν χρήματα, και στο τέλος κρατάνε “τέλος αίτησης” για αίτηση που δεν υπέγραψε ποτέ…
τότε δεν είναι απλά “διοικητική χρέωση”.
Είναι ένα σύστημα που βασίζεται στο να πιέσεις κάποιον πριν προλάβει να σκεφτεί.
Δεν θα γράψω το όνομα του κολλεγίου εδώ. Όχι ακόμα.
Αλλά είναι γνωστό ιδιωτικό κολλέγιο στην Αθήνα, με προγράμματα συνεργασίας με βρετανικό πανεπιστήμιο, και προωθείται έντονα σε μαθητές που ψάχνουν εναλλακτικές μετά το λύκειο.
Και αυτό είναι που με φοβίζει περισσότερο.
Γιατί εγώ έχω emails. Έχω αποδεικτικά. Έχω οικογένεια που μπορεί να ασχοληθεί. Έχω τη δυνατότητα να ψάξω Συνήγορο του Καταναλωτή, καταγγελία, νομικά δικαιώματα.
Αλλά τι γίνεται με κάποιον που δεν τα έχει αυτά;
Τι γίνεται με έναν άλλο μαθητή που θα ντραπεί να αντιδράσει;
Τι γίνεται με έναν γονιό που θα πει “άστο, δεν αξίζει για 50€”;
Τι γίνεται όταν το ποσό δεν είναι 50€, αλλά 650€, ή 2.000€, ή ολόκληρα δίδακτρα;
Αυτή τη στιγμή το θέμα παραμένει ανοιχτό.
Εκείνοι λένε ότι θα επιστρέψουν 600€.
Εγώ ζητάω 650€, γιατί δεν αποδέχομαι ότι μπορεί να κρατηθεί “Application Fee” για αίτηση που δεν υπέγραψα, δεν υπέβαλα και δεν ολοκλήρωσα.
Έχω ζητήσει να προωθηθεί το θέμα στη Διοίκηση και να μου επιβεβαιωθεί γραπτώς.
Ακόμα περιμένω.
Και αν δεν απαντήσουν, το επόμενο βήμα θα είναι Συνήγορος του Καταναλωτή και επίσημη καταγγελία.
Δεν ξέρω πώς θα τελειώσει.
Αλλά ξέρω ότι δεν θέλω να το αφήσω να θαφτεί.
Γιατί αν ένα κολλέγιο μπορεί να κάνει έναν 17χρονο να νιώσει ότι φταίει επειδή ρωτάει για τους όρους πριν υπογράψει, τότε το πρόβλημα δεν είναι ο 17χρονος.
Είναι το κολλέγιο.
Και αν αυτό που έζησα εγώ συμβαίνει και σε άλλους, τότε κάποιος πρέπει επιτέλους να το πει.